Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insistir
01
επιμένω
afirmar o pedir algo con firmeza y perseverancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
insisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
insiste
ενεστώτα μετοχή
insistiendo
απλός αόριστος
insistió
παθητική μετοχή
insistido
Παραδείγματα
Mi amigo insiste en que vayamos al cine.
Ο φίλος μου επιμένει να πάμε στον κινηματογράφο.
02
επιμένω
repetir o hablar de algo molesto de manera persistente y pesada
Παραδείγματα
¿Por qué insistes tanto con lo de mi corte de pelo? Ya me gusta así.
Γιατί επιμένεις τόσο πολύ στο κούρεμά μου; Μου αρέσει έτσι.



























