Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
insistir
01
επιμένω
afirmar o pedir algo con firmeza y perseverancia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
insisto
γ΄ ενικό πρόσωπο
insiste
ενεστώτα μετοχή
insistiendo
απλός αόριστος
insistió
παθητική μετοχή
insistido
Παραδείγματα
Insistió en que probara su plato especial.
Επιμένω σημαίνει να επιβεβαιώνω ή να ζητώ κάτι με σταθερότητα και επιμονή.
02
επιμένω
repetir o hablar de algo molesto de manera persistente y pesada
Παραδείγματα
Deja de insistir en ese error, ya lo he reconocido.
Σταμάτα να επιμένεις σε αυτό το λάθος, το έχω ήδη αναγνωρίσει.



























