Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
innegable
01
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος
que no puede ser negado o puesto en duda por ser evidente
Παραδείγματα
La mejora en el sistema es innegable.
Η βελτίωση στο σύστημα είναι αναμφισβήτητη.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αναμφισβήτητος, αδιαμφισβήτητος