Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inmigrar
01
μεταναστεύω
llegar a un país distinto al propio para establecerse y vivir allí
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inmigro
γ΄ ενικό πρόσωπο
inmigra
ενεστώτα μετοχή
inmigrando
απλός αόριστος
inmigró
παθητική μετοχή
inmigrado
Παραδείγματα
Decidió inmigrar a España por trabajo.
Αποφάσισε να μεταναστεύσει στην Ισπανία για δουλειά.



























