Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inmejorable
01
ασύγκριτος, εξαιρετικός
que no puede ser mejorado por su alta calidad o estado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inmejorable
αρσενικό πληθυντικό
inmejorables
θηλυκό ενικό
inmejorable
θηλυκό πληθυντικό
inmejorables
Παραδείγματα
El estado del edificio es inmejorable.
Η κατάσταση του κτιρίου είναι inmejorable.



























