inmejorable

Ορισμός και σημασία του "inmejorable"στα ισπανικά

inmejorable
01

ασύγκριτος, εξαιρετικός

que no puede ser mejorado por su alta calidad o estado
inmejorable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inmejorable
αρσενικό πληθυντικό
inmejorables
θηλυκό ενικό
inmejorable
θηλυκό πληθυντικό
inmejorables
Παραδείγματα
El ambiente del lugar es inmejorable.
Η ατμόσφαιρα του μέρους είναι αξεπέραστη.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store