Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
injuriar
01
προσβάλλω, βρίζω
ofender o insultar gravemente a alguien con palabras o acciones
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
injurio
γ΄ ενικό πρόσωπο
injuria
ενεστώτα μετοχή
injuriando
απλός αόριστος
injurió
παθητική μετοχή
injurado
Παραδείγματα
El actor demandó al periódico por injuriar su honor profesional.
Ο ηθοποιός μήνυσε την εφημερίδα για προσβολή της επαγγελματικής του τιμής.
02
συκοφαντώ, δυσφημώ
ofender o insultar gravemente a alguien, especialmente de palabra, afectando su honor
Παραδείγματα
El periodista se negó a retractarse a pesar de haber sido condenado por injuriar.
Ο δημοσιογράφος αρνήθηκε να ανακαλέσει παρά το ότι καταδικάστηκε για δυσφήμιση.



























