Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
injertar
01
εμβολιάζω
unir una parte de una planta a otra para que crezcan juntas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
injerto
γ΄ ενικό πρόσωπο
injerta
ενεστώτα μετοχή
injertando
απλός αόριστος
injertó
παθητική μετοχή
injertado
Παραδείγματα
Injertaron varias ramas en el tronco principal.
Εμβολίασαν πολλά κλαδιά στον κύριο κορμό.



























