injertar
injertar
insertar

Ορισμός και σημασία του "injertar"στα ισπανικά

injertar
01

εμβολιάζω

unir una parte de una planta a otra para que crezcan juntas 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
injerto
γ΄ ενικό πρόσωπο
injerta
ενεστώτα μετοχή
injertando
απλός αόριστος
injertó
παθητική μετοχή
injertado
Παραδείγματα
Van a injertar el rosal en primavera. 

Θα μοσχεύσουν την τριανταφυλλιά την άνοιξη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store