Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
iniciar
01
ξεκινώ, αρχίζω
dar principio a una acción, proceso o evento
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inicio
γ΄ ενικό πρόσωπο
inicia
ενεστώτα μετοχή
iniciando
απλός αόριστος
inició
παθητική μετοχή
iniciado
Παραδείγματα
La empresa inició negociaciones con socios internacionales.
Η εταιρεία ξεκίνησε διαπραγματεύσεις με διεθνείς συνεργάτες.



























