la iniciación

Ορισμός και σημασία του "iniciación"στα ισπανικά

La iniciación
01

έναρξη, εισαγωγή

introducción a un conocimiento, actividad o disciplina
la iniciación definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
iniciaciones
Παραδείγματα
El libro incluye una iniciación a la lingüística.
Το βιβλίο περιλαμβάνει μια εισαγωγή στη γλωσσολογία.
02

μύηση

proceso de introducción o integración de una persona en un grupo, actividad o sistema
Παραδείγματα
La iniciación al equipo fue rápida y efectiva.
Η εισαγωγή στην ομάδα ήταν γρήγορη και αποτελεσματική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store