Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La iniciación
01
έναρξη, εισαγωγή
introducción a un conocimiento, actividad o disciplina
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
iniciaciones
Παραδείγματα
El libro incluye una iniciación a la lingüística.
Το βιβλίο περιλαμβάνει μια εισαγωγή στη γλωσσολογία.
02
μύηση
proceso de introducción o integración de una persona en un grupo, actividad o sistema
Παραδείγματα
La iniciación al equipo fue rápida y efectiva.
Η εισαγωγή στην ομάδα ήταν γρήγορη και αποτελεσματική.



























