Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inhóspito
01
αφιλόξενος, αφιλοξενία
lugar o ambiente que resulta poco acogedor, desagradable o difícil para vivir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inhóspito
συγκριτικός βαθμός
más inhóspito
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inhóspito
αρσενικό πληθυντικό
inhóspitos
θηλυκό ενικό
inhóspita
θηλυκό πληθυντικό
inhóspitas
Παραδείγματα
El terreno inhóspito estaba lleno de rocas y arena.
Το αφιλόξενο έδαφος ήταν γεμάτο βράχους και άμμο.



























