Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inhibición
01
αναστολή, συγκράτηση
falta de espontaneidad o restricción en el comportamiento o la expresión
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Superó su inhibición para participar en el debate.
Ξεπέρασε τον αναστολέα του για να συμμετάσχει στη συζήτηση.



























