la inhibición
inhibición

Ορισμός και σημασία του "inhibición"στα ισπανικά

La inhibición
01

αναστολή, συγκράτηση

falta de espontaneidad o restricción en el comportamiento o la expresión 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su inhibición le impedía hablar en público. 

Η αναστολή του τον εμπόδιζε να μιλάει δημόσια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store