Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
influyente
01
επηρεαστικός
que tiene poder o capacidad para afectar decisiones, opiniones o acciones de otros
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más influyente
συγκριτικός βαθμός
más influyente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
influyente
αρσενικό πληθυντικό
influyentes
θηλυκό ενικό
influyente
θηλυκό πληθυντικό
influyentes
Παραδείγματα
Ella es una líder influyente en la política local.
Είναι μια επιρροήσια ηγέτιδα στην τοπική πολιτική.



























