influir
inf
ˈiɱf
imf
luir
lwiɾ
lvir
incluir

Ορισμός και σημασία του "influir"στα ισπανικά

influir
01

επηρεάζω

ejercer efecto sobre una persona, cosa o situación, modificando su estado o desarrollo 
influir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
influyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
influye
ενεστώτα μετοχή
influyendo
απλός αόριστος
influyó
παθητική μετοχή
influido
Παραδείγματα
El clima puede influir en nuestro estado de ánimo. 

Ο καιρός μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή μας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store