Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
influir
01
επηρεάζω
ejercer efecto sobre una persona, cosa o situación, modificando su estado o desarrollo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
influyo
γ΄ ενικό πρόσωπο
influye
ενεστώτα μετοχή
influyendo
απλός αόριστος
influyó
παθητική μετοχή
influido
Παραδείγματα
El clima puede influir en nuestro estado de ánimo.
Ο καιρός μπορεί να επηρεάσει τη διάθεσή μας.



























