Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inflamación
01
φλεγμονή
respuesta del cuerpo a una lesión o infección que causa enrojecimiento, hinchazón, calor y dolor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
El paciente presentó inflamación en la garganta.
Ο ασθενής παρουσίασε φλεγμονή στο λαιμό.



























