la inflación
inf
iɱf
imf
la
la
la
ción
ˈθjon
thyon
insolacióninflamacióninmolacióninfamación

Ορισμός και σημασία του "inflación"στα ισπανικά

01

πληθωρισμός

aumento general y sostenido de los precios de bienes y servicios en un país 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La inflación ha subido un 5% este año. 

Ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί κατά 5% φέτος.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store