Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inflación
01
πληθωρισμός
aumento general y sostenido de los precios de bienes y servicios en un país
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La inflación ha subido un 5% este año.
Ο πληθωρισμός έχει αυξηθεί κατά 5% φέτος.



























