Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
infiel
01
άπιστος, προδοτικός
que no mantiene fidelidad o lealtad en una relación amorosa o matrimonial
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más infiel
συγκριτικός βαθμός
más infiel
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
infiel
αρσενικό πληθυντικό
infieles
θηλυκό ενικό
infiel
θηλυκό πληθυντικό
infieles
Παραδείγματα
La novela relata la historia de un hombre infiel.
Το μυθιστόρημα αφηγείται την ιστορία ενός άπιστου άνδρα.



























