Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La infantería
[gender: feminine]
01
πεζικό
rama del ejército que combate a pie
Παραδείγματα
La infantería sufrió grandes pérdidas.
Το πεζικό υπέστη μεγάλες απώλειες.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
πεζικό