Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inestable
01
ασταθής
que no tiene estabilidad, que cambia fácilmente o no se mantiene firme
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inestable
συγκριτικός βαθμός
más inestable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inestable
αρσενικό πληθυντικό
inestables
θηλυκό ενικό
inestable
θηλυκό πληθυντικό
inestables
Παραδείγματα
El clima es inestable en esta región.
Ο καιρός είναι ασταθής σε αυτήν την περιοχή.



























