inestable

Ορισμός και σημασία του "inestable"στα ισπανικά

01

ασταθής

que no tiene estabilidad, que cambia fácilmente o no se mantiene firme
inestable definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inestable
συγκριτικός βαθμός
más inestable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inestable
αρσενικό πληθυντικό
inestables
θηλυκό ενικό
inestable
θηλυκό πληθυντικό
inestables
Παραδείγματα
La política del gobierno es inestable y cambia constantemente.
Η πολιτική της κυβέρνησης είναι ασταθής και αλλάζει συνεχώς.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store