inesperado

Ορισμός και σημασία του "inesperado"στα ισπανικά

inesperado
01

απροσδόκητος

que ocurre sin ser previsto o anticipado
inesperado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más inesperado
συγκριτικός βαθμός
más inesperado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
inesperado
αρσενικό πληθυντικό
inesperados
θηλυκό ενικό
inesperada
θηλυκό πληθυντικό
inesperadas
Παραδείγματα
Su reacción fue inesperada y sorprendió a todos.
Η αντίδρασή του ήταν απρόσμενη και εξέπληξε όλους.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store