Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La industrialización
01
εκβιομηχάνιση,εκβιομηχάνιση, صنعتی شدن
proceso de desarrollo de industrias y actividades fabriles en una sociedad o economía
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La industrialización transformó la economía del país.
Η εκβιομηχάνιση μεταμόρφωσε την οικονομία της χώρας.



























