Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El incesto
[gender: masculine]
01
αδελφομιξία, σεξουαλικές σχέσεις μεταξύ στενών συγγενών
las relaciones sexuales entre parientes cercanos, prohibidas por la ley o las costumbres sociales
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
El tratamiento terapéutico es crucial para los supervivientes de incesto.
Η θεραπευτική αγωγή είναι καθοριστική για τους επιζώντες της συγγένειας.



























