imprudente
imprudente
impudente

Ορισμός και σημασία του "imprudente"στα ισπανικά

imprudente
01

απερίσκεπτος, απρόσεκτος

que actúa sin precaución o sin considerar las consecuencias 
imprudente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más imprudente
συγκριτικός βαθμός
más imprudente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imprudente
αρσενικό πληθυντικό
imprudentes
θηλυκό ενικό
imprudente
θηλυκό πληθυντικό
imprudentes
Παραδείγματα
Fue imprudente al cruzar la calle sin mirar. 

Ήταν απερίσκεπτος όταν διέσχιζε τον δρόμο χωρίς να κοιτάξει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store