Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
imperceptible
01
ανεπαίσθητος
que no puede percibirse o notarse por ser muy leve o pequeño
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el mas imperceptible
συγκριτικός βαθμός
mas imperceptible
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
imperceptible
αρσενικό πληθυντικό
imperceptibles
θηλυκό ενικό
imperceptible
θηλυκό πληθυντικό
imperceptibles
Παραδείγματα
Se produjo un cambio imperceptible en su actitud.
Συνέβη μια ανεπαίσθητη αλλαγή στη στάση του.
Λεξικό Δέντρο
imperceptible
perceptible



























