Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La imparcialidad
01
αμεροληψία
cualidad de no favorecer a ninguna de las partes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La imparcialidad del juez es esencial.
Η αμεροληψία του δικαστή είναι απαραίτητη.
LanGeek



























