Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La igualdad
[gender: feminine]
01
ισότητα
situación en la que todas las personas tienen los mismos derechos, oportunidades y trato
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La constitución garantiza igualdad para todos los ciudadanos.
Το σύνταγμα εγγυάται την ισότητα για όλους τους πολίτες.



























