Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La ideología
[gender: feminine]
01
ιδεολογία
un sistema coherente de ideas, creencias y valores, especialmente de tipo político o social
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La ideología dominante en una sociedad puede cambiar con el tiempo.
Η κυρίαρχη ιδεολογία σε μια κοινωνία μπορεί να αλλάξει με το χρόνο.



























