hábil
hábil
aβil
abil

Ορισμός και σημασία του "hábil"στα ισπανικά

01

επιδέξιος, ικανός

que tiene destreza, capacidad o talento para hacer algo bien 
hábil definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hábil
συγκριτικός βαθμός
más hábil
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hábil
αρσενικό πληθυντικό
hábiles
θηλυκό ενικό
hábil
θηλυκό πληθυντικό
hábiles
Παραδείγματα
Juan es muy hábil con las manos y construye muebles hermosos. 

Ο Χουάν είναι πολύ επιδέξιος με τα χέρια του και κατασκευάζει όμορβα έπιπλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store