Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hurtar
01
κλέβω
tomar algo que no te pertenece sin usar violencia
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
hurto
γ΄ ενικό πρόσωπο
hurta
ενεστώτα μετοχή
hurtando
απλός αόριστος
hurtó
παθητική μετοχή
hurtado
Παραδείγματα
Alguien intentó hurtar mi bolso en el metro.
Κάποιος προσπάθησε να κλέψει την τσάντα μου στο μετρό.



























