humillante
humillante

Ορισμός και σημασία του "humillante"στα ισπανικά

humillante
01

ταπεινωτικός

que humilla, que causa una pérdida de dignidad o respeto 
humillante definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más humillante
συγκριτικός βαθμός
más humillante
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
humillante
αρσενικό πληθυντικό
humillantes
θηλυκό ενικό
humillante
θηλυκό πληθυντικό
humillantes
Παραδείγματα
La derrota fue humillante para el equipo campeón. 

Η ήττα ήταν ταπεινωτική για την πρωταθλήτρια ομάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store