hosco

Ορισμός και σημασία του "hosco"στα ισπανικά

01

κακόκεφος,στρυφνός, اوقات‌تلخ

que muestra mal humor o es poco amable en el trato
hosco definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hosco
συγκριτικός βαθμός
más hosco
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hosco
αρσενικό πληθυντικό
hoscos
θηλυκό ενικό
hosca
θηλυκό πληθυντικό
hoscas
Παραδείγματα
Tenía un carácter hosco que alejaba a la gente.
Είχε έναν άκεφο χαρακτήρα που απομάκρυνε τους ανθρώπους.
02

σκυθρωπός, βλοσυρός

que muestra tristeza o desánimo en el aspecto o comportamiento
hosco definition and meaning
Παραδείγματα
El ambiente hosco reflejaba la situación.
Η ζοφερή ατμόσφαιρα αντανακλούσε την κατάσταση.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store