honrado
hon
on
ον
ra
ˈɾa
ρα
do
ðo
δο
cortadoviciadoabonadoteclado

Ορισμός και σημασία του "honrado"στα ισπανικά

01

ειλικρινής, αξιοσέβαστος

que actúa con rectitud y dignidad 
honrado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más honrado
συγκριτικός βαθμός
más honrado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
honrado
αρσενικό πληθυντικό
honrados
θηλυκό ενικό
honrada
θηλυκό πληθυντικό
honradas
θεματικό πεδίο
ética, conducta, carácter
Παραδείγματα
Es un hombre honrado que siempre cumple sus promesas. 

Είναι ένας τίμιος άνθρωπος που πάντα κρατάει τις υποσχέσεις του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store