Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El honor
01
τιμή
respeto o estima que se tiene por la integridad y dignidad de una persona
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
Παραδείγματα
Su valentía le otorgó honor y respeto.
Η γενναιότητά του του χάρισε τιμή και σεβασμό.
02
τιμή
privilegio o ventaja especial que se concede a alguien por mérito o circunstancia
Παραδείγματα
Es un honor servir a la comunidad de esta manera.
Είναι τιμή να υπηρετώ την κοινότητα με αυτόν τον τρόπο.
Λεξικό Δέντρο
honorable
honor



























