Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La honestidad
[gender: feminine]
01
ειλικρίνεια
cualidad de actuar con verdad, sinceridad y rectitud
Παραδείγματα
La honestidad evita problemas legales.
Η ειλικρίνεια αποτρέπει νομικά προβλήματα.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ειλικρίνεια