Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hinchado
01
πρησμένος, φουσκωμένος
que tiene una parte del cuerpo aumentada de tamaño por inflamación, lesión o retención de líquidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más hinchado
συγκριτικός βαθμός
más hinchado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
hinchado
αρσενικό πληθυντικό
hinchados
θηλυκό ενικό
hinchada
θηλυκό πληθυντικό
hinchadas
Παραδείγματα
El brazo estaba hinchado por la inyección.
Ο βραχίονας ήταν πρησμένος από την ένεση.



























