Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hidrocarburo
01
ορυκτό καύσιμο, υδρογονάνθρακας
combustible fósil que se obtiene del petróleo o gas natural
Παραδείγματα
La industria química utiliza hidrocarburos como materia prima.
Η χημική βιομηχανία χρησιμοποιεί υδρογονάνθρακες ως πρώτη ύλη.
02
υδρογονάνθρακας, ένωση υδρογονανθράκων
compuesto químico formado por carbono e hidrógeno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hidrocarburos
Παραδείγματα
Se estudian los hidrocarburos en química orgánica.
Οι υδρογονάνθρακες μελετώνται στην οργανική χημεία.



























