Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El híbrido
01
υβριδικό όχημα
vehículo que combina dos tipos de motor, normalmente eléctrico y de combustión
Παραδείγματα
Los híbridos consumen menos combustible.
Τα υβριδικά καταναλώνουν λιγότερο καύσιμο.
02
υβρίδιο, διασταύρωση
un organismo vivo que es el resultado del cruce de dos especies, razas o variedades diferentes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
híbridos
Παραδείγματα
La mula es un híbrido entre un caballo y un burro.
Το μουλάρι είναι ένα υβρίδιο μεταξύ αλόγου και γαϊδουριού.



























