Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
heroico
01
ηρωικός, γενναίος
que muestra valentía, coraje o cualidades admirables propias de un héroe
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más heroico
συγκριτικός βαθμός
más heroico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
heroico
αρσενικό πληθυντικό
heroicos
θηλυκό ενικό
heroica
θηλυκό πληθυντικό
heroicas
Παραδείγματα
El bombero realizó un acto heroico al rescatar a los niños.
Ο πυροσβέστης πραγματοποίησε μια ηρωική πράξη διασώζοντας τα παιδιά.



























