heroico
he
e
ε
roi
ˈɾoi
ροι
co
ko
κο

Ορισμός και σημασία του "heroico"στα ισπανικά

01

ηρωικός, γενναίος

que muestra valentía, coraje o cualidades admirables propias de un héroe 
heroico definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más heroico
συγκριτικός βαθμός
más heroico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
heroico
αρσενικό πληθυντικό
heroicos
θηλυκό ενικό
heroica
θηλυκό πληθυντικό
heroicas
θεματικό πεδίο
comportamiento, carácter, acción
Παραδείγματα
El bombero realizó un acto heroico al rescatar a los niños. 

Ο πυροσβέστης πραγματοποίησε μια ηρωική πράξη διασώζοντας τα παιδιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store