herbívoro

Ορισμός και σημασία του "herbívoro"στα ισπανικά

herbívoro
01

φυτοφάγος

que se alimenta solo de plantas
herbívoro definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
herbívoro
αρσενικό πληθυντικό
herbívoros
θηλυκό ενικό
herbívora
θηλυκό πληθυντικό
herbívoras
Παραδείγματα
Los ciervos son herbívoros y viven en el bosque.
Τα ελάφια είναι φυτοφάγα και ζουν στο δάσος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store