Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El hemisferio
01
ημισφαίριο
la mitad de una esfera, dividida por un plano que pasa por su centro
Παραδείγματα
El cerebro humano tiene dos hemisferios: izquierdo y derecho.
Ο ανθρώπινος εγκέφαλος έχει δύο ημισφαίρια : αριστερό και δεξί.
02
ημισφαίριο, ημισφαίριον
cada una de las dos mitades en que se divide un órgano como el cerebro o el cerebelo
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hemisferios
Παραδείγματα
El hemisferio izquierdo del cerebro suele estar asociado con el lenguaje.
Το αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου συνήθως συνδέεται με τη γλώσσα.



























