Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
habilitar
01
ενεργοποιώ, επιτρέπω
dar permiso o capacidad para hacer algo; hacer que algo esté disponible o funcional
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
habilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
habilita
ενεστώτα μετοχή
habilitando
απλός αόριστος
habilitó
παθητική μετοχή
habilitado
Παραδείγματα
La ley habilita el uso de estos recursos.
Ο νόμος επιτρέπει τη χρήση αυτών των πόρων.



























