habilitar
habilitar
habitar

Ορισμός και σημασία του "habilitar"στα ισπανικά

habilitar
01

ενεργοποιώ, επιτρέπω

dar permiso o capacidad para hacer algo; hacer que algo esté disponible o funcional 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
habilito
γ΄ ενικό πρόσωπο
habilita
ενεστώτα μετοχή
habilitando
απλός αόριστος
habilitó
παθητική μετοχή
habilitado
Παραδείγματα
El sistema habilita nuevas funciones. 

Το σύστημα ενεργοποιεί νέες λειτουργίες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store