Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
haber
01
υπάρχω, είμαι
verbo que indica la existencia o presencia de algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
he
γ΄ ενικό πρόσωπο
hay
ενεστώτα μετοχή
habiendo
απλός αόριστος
hubo
παθητική μετοχή
habido
Παραδείγματα
Hay un libro sobre la mesa.
Υπάρχει ένα βιβλίο στο τραπέζι.
02
έχω
verbo auxiliar usado para formar tiempos compuestos
Παραδείγματα
He terminado mi tarea.
Έχω τελειώσει την εργασία μου.
LanGeek



























