haber
ha
a
a
ber
ˈβeɾ
ber
hacer

Ορισμός και σημασία του "haber"στα ισπανικά

01

υπάρχω, είμαι

verbo que indica la existencia o presencia de algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
he
γ΄ ενικό πρόσωπο
hay
ενεστώτα μετοχή
habiendo
απλός αόριστος
hubo
παθητική μετοχή
habido
Παραδείγματα
Hay un libro sobre la mesa. 

Υπάρχει ένα βιβλίο στο τραπέζι.

02

έχω

verbo auxiliar usado para formar tiempos compuestos 
Παραδείγματα
He terminado mi tarea. 

Έχω τελειώσει την εργασία μου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store