el guiño
gui
ˈgi
γκι
ño
ɲo
νιο
guiso

Ορισμός και σημασία του "guiño"στα ισπανικά

01

κλείσιμο ματιού, κλείσιμο του ματιού

el acto de cerrar y abrir rápidamente un ojo 
el guiño definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guiños
Παραδείγματα
Le lanzó un guiño de complicidad desde el otro lado de la mesa. 

Της έριξε ένα κλείσιμο ματιού συνεννόησης από την άλλη πλευρά του τραπεζιού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store