el guerrero
gue
ge
γκε
rre
ˈre
ρε
ro
ɾo
ρο
basureroentierrobanquerolavadero

Ορισμός και σημασία του "guerrero"στα ισπανικά

01

πολεμιστής, μαχητής

persona que lucha o combate, especialmente en guerras o conflictos 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
guerreros
αρσενικό ενικό
guerrero
θηλυκό ενικό
guerrera
neutral form
combatiente
Παραδείγματα
El guerrero defendió su aldea con valentía. 

Ο πολεμιστής υπερασπίστηκε το χωριό του με θάρρος.

01

πολεμιστής, πολεμικός

relacionado con la guerra o con el espíritu de luchar 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
guerrero
αρσενικό πληθυντικό
guerreros
θηλυκό ενικό
guerrera
θηλυκό πληθυντικό
guerreras
θεματικό πεδίο
guerra, sociedad, comportamiento
Παραδείγματα
Era un pueblo guerrero que defendía sus tierras. 

Ήταν ένας πολεμικός λαός που υπερασπιζόταν τις γαίες του.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store