gruñón
gruñón
gɾuɲon
groonion
furgónjarrónmontóndragón

Ορισμός και σημασία του "gruñón"στα ισπανικά

01

γκρινιάρης, κακοδιάθετος

que se enoja o se queja con facilidad; de carácter malhumorado 
gruñón definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gruñón
συγκριτικός βαθμός
más gruñón
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gruñón
αρσενικό πληθυντικό
gruñones
θηλυκό ενικό
gruñona
θηλυκό πληθυντικό
gruñonas
Παραδείγματα
No seas gruñón y sonríe un poco. 

Μην είσαι γκρινιάρης και χαμογέλα λίγο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store