Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gruñón
01
γκρινιάρης, κακοδιάθετος
que se enoja o se queja con facilidad; de carácter malhumorado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gruñón
συγκριτικός βαθμός
más gruñón
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gruñón
αρσενικό πληθυντικό
gruñones
θηλυκό ενικό
gruñona
θηλυκό πληθυντικό
gruñonas
Παραδείγματα
La abuela gruñona siempre tiene algo que decir.
Η γκρινιάρα γιαγιά έχει πάντα κάτι να πει.



























