Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gruñón
01
γκρινιάρης, κακοδιάθετος
que se enoja o se queja con facilidad; de carácter malhumorado
Παραδείγματα
La abuela gruñona siempre tiene algo que decir.
Η γκρινιάρα γιαγιά έχει πάντα κάτι να πει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
γκρινιάρης, κακοδιάθετος