granizar

Ορισμός και σημασία του "granizar"στα ισπανικά

granizar
01

χαλάζι πέφτει, πέφτει χαλάζι

caer granizo del cielo durante un fenómeno meteorológico
granizar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
granizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
graniza
ενεστώτα μετοχή
granizando
απλός αόριστος
granizó
παθητική μετοχή
granizado
Παραδείγματα
La tormenta trajo lluvia y granizo antes de granizar.
Η καταιγίδα έφερε βροχή και χαλάζι πριν χαλαζίσει.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store