Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La grada
01
σκάλα
conjunto de escalones que permiten subir o bajar entre niveles
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
gradas
Παραδείγματα
La grada del edificio es muy estrecha.
Η σκάλα του κτιρίου είναι πολύ στενή.
02
κερκίδα, σειρά καθισμάτων
conjunto de escalones o asientos en un estadio o lugar público
Παραδείγματα
Los aficionados llenaron la grada del estadio.
Οι οπαδοί γέμισαν την κερκίδα του σταδίου.



























