Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gozoso
01
ευτυχισμένος
que siente placer, alegría o satisfacción
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más gozoso
συγκριτικός βαθμός
más gozoso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gozoso
αρσενικό πληθυντικό
gozosos
θηλυκό ενικό
gozosa
θηλυκό πληθυντικό
gozosas
Παραδείγματα
Me siento gozoso al estar con mi familia.
Αισθάνομαι gozoso όταν είμαι με την οικογένειά μου.



























