Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La generosidad
01
γενναιοδωρία
cualidad de la persona que da o comparte sin esperar nada a cambio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Su generosidad ayudó a muchas familias.
Η γενναιοδωρία του βοήθησε πολλές οικογένειες.



























