Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
gaseoso
01
ανθρακούχο
que contiene gas disuelto o burbujas de gas
Παραδείγματα
El agua gaseosa es refrescante.
Το ανθρακούχο νερό είναι δροσιστικό.
02
αέριος
que tiene forma o propiedades de gas
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
gaseoso
αρσενικό πληθυντικό
gaseosos
θηλυκό ενικό
gaseosa
θηλυκό πληθυντικό
gaseosas
Παραδείγματα
El oxígeno es un elemento gaseoso.
Το οξυγόνο είναι αέριο στοιχείο.



























